Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Θάλασσα βαθιά…

Η γη καίει, ο ουρανός είναι άσπρος κι η θάλασσα αστραφτερή. Τα βουνά σα μισοσβησμένες μολυβιές κλείνουν γύρω κι εμείς μέσα απ' αυτά ή έξω, δεν ξέρουμε, γιατί δεν διανύσαμε την απόσταση.
Η θάλασσα έρχεται, όλο έρχεται σα να μας φέρνει μαντάτα για κάποιο ναυάγιο, σα να μας φέρνει συντρίμμια να τα φιλοξενήσουμε στα δικά μας συντρίμμια. Φέρνει νεκρά κοχύλια που ονειρεύονται τους βυθούς και πεθαμένους αστερίες πού 'ναι σα μικροί σταυροί.
Φέρνει λίγη απ' την ανταρσία του πελάγους και κουρελιασμένα φύκια που τα αραδιάζει στην αμμουδιά για να στεγνώσουν στα πόδια μας. Και οι άνθρωποι όλο φεύγουν. Γιατί φεύγουν, αφού είναι αιχμάλωτοι αυτής της μικρής αμμουδιάς; εκεί που ενταφιάστηκε ένα μικρό μπλε λουλουδάκι που ναυάγησε στα δικά τους χέρια;
Φεύγουν για να χαθούν ένα χειμωνιάτικο πρωί ή μια ζεστή κι ήρεμη νύχτα με φεγγάρι, πειστική, γεμάτη επιχειρήματα για το δικό τους ναυάγιο! Η αμμουδιά είναι γεμάτη σφουγγάρια, φελλούς φύκια, πρώην φυτά, γεμάτη κοχύλια, αχιβάδες, αστερίες, γεμάτη νέους και νέες που τρα¬γουδάνε.
Αλήθεια γιατί τραγουδάνε οι άνθρωποι;
Κι η θάλασσα όλο έρχεται, όλο έρχεται. Έρχεται σε δυσανάλογες παράλ¬ληλες γραμμές, δυσανάλογες όπως τα αισθήματα, και φέρνει το σχήμα των απέναντι βουνών, τη βουή των μακρινών πολιτειών, το σφύριγμα των μοναχικών πλοίων που φεύγουν τη νύχτα με σβηστά φώτα, των έρημων καραβιών που ταξιδεύουν χωρίς πανιά, των μικρών καϊκιών που τρέχουν χωρίς επιβάτη, χωρίς καπετάνιο, χωρίς πυξίδα, χωρίς προορισμό,.. Φέρνουν τον ψίθυρο αυτών που έφυγαν κι άφησαν το έργο τους μισοτε¬λειωμένο και χάλασε, τη λάσπη τους μισόφτιαγμένη και πέτρωσε, την αγάπη τους μόνη και πέθανε κι ενταφιάστηκε χωρίς λουλούδια και τώρα ψάχνουν και δεν την βρίσκουν κι όλο αρμενίζουν. Και στέλνουν μάταια μηνύματα που η θάλασσα όλο έρχεται και μας τα φέρνει. Μας φέρνει την πίκρα της γεύσης τους και τα κομμάτια απ' τα σκισμένα όνειρα τους που απότυχαν! Φέρνει μηνύματα από σβησμένους φάρους που κάποτε περήφανα θα φώτιζαν και το δικό μας πλοίο και μαντάτα από χώρες που δεν πήγαμε και δεν ονειρευτήκαμε ποτέ. Από αγαπημένα πρόσωπα που ποτέ δεν γνωρίσαμε...
Μας φέρνει φαντάσματα και αναμνήσεις νεκρών και κόκκαλα πεθαμένων με την τελευταία λέξη -που δεν τόλμησαν- ακόμα σφηνωμένη ανάμεσα στα δόντια, με την αγάπη τους -ακόμα ποδοπατημένη- κάτω από το πέλμα. Τέλειοι μέσα στο σκοτάδι της επιδίωξής τους. Μας φέρνει μουσικές απαγορευμένες και ήχους και υποσχέσεις ψεύτι-κες που περιμένουν να δικαιωθούν μια μέρα.
Κι η θάλασσα όλο έρχεται, έρχεται σε άνισες παράλληλες γραμμές -άνισες όπως η αγάπη- που διασταυρώνονται με τις άσπρες γραμμές των γλάρων που πετάνε.
Καμιά φορά η θάλασσα αποχωρεί.
Αποχωρεί σαν κουρασμένη ερωμένη, σα νικημένος στασιαστής που αποκρούστηκε και φεύγει αφού απόθεσε την άμμο ένα γύρω. Την άμμο! Τέφρα της μετανοίας της. Τέφρα όλων όσα χάσαμε σήμερα,..
Ή θάλασσα αποχωρεί μα εγώ δε φεύγω.
Θα περιμένω το δικό μου γλάρο που γράφει τις γραμμές μου στον αέρα, Ο γλάρος μου είναι ψηλά πολύ ψηλά και από κει ανοίγει τα φτερά του κι έρχεται κι όπου περνάει κι όπου πατάει, τα πόδια του αφήνουνε σημάδια τους δύο αστέρια!

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Το Σύστημα Προκρούστης


Πριν φτάσουμε στο σημείο να καταδικάσουμε έναν λαό προσμετρώντας τα λάθη και τις αδυναμίες του, θα ήταν καλύτερα να εμβαθύνουμε και να δούμε τα πράγματα από την αρχή: Όταν γεννιέται το παιδί είναι ένας μικρός άγγελος που μόλις βγήκε από τα χέρια του Θεού. Ως παιδί έχει και αγνότητα και ευαισθησία και αγάπη για τον κόσμο. Τι συμβαίνει και όταν γίνει μεγάλος ξαφνικά αλλάζουν όλα αυτά;
Επεμβαίνει η παιδεία και του λέει: Tα ωραία και τα σωστά δεν πρέπει να τα μάθεις ποτέ...
Επεμβαίνει η πολιτεία που τον κλέβει και έτσι τον μετατρέπει σε φοροφυγά.
Επεμβαίνει η τηλεόραση με όλους τους ανώμαλους, τους ανεπαρκείς και τις νεαρές γλάστρες τις κρεβατοκάμαρας και τον μετατρέπουν σε φαύλο και σε μιμητή των ελλεινότερων μοντέλων με τα οποία καθημερινά το σύστημα τον βομβαρδίζει. Δεν τον αφήνουν να διαβάσει βιβλία, δεν τον αφήνουν να σκεφτεί, το μάτι του και η ψυχή του έχει γεμίσει στο να ονειρεύεται τις ζωές των άλλων αλλά να μην ζει τη δική του ζωή. Στα εικοσιπέντε του είναι "έτοιμος", στα τριανταπέντε του είναι "τελειωμένος". Eπιθυμεί τα πάντα και απλά περιμένει να έρθουν. Και περιμένοντας να έρθουν ψηφίζει τους φαύλους πολιτικούς σαν την πιο απελπισμένη του ελπίδα.

Σε όλη του τη ζωή δεν έβλεπε παρά αγράμματους ποδοσφαιριστές να γίνονται εκατομμυριούχοι, ομοφυλόφιλους να γίνονται ημίθεοι, και αδήλωτες πόρνες να παίρνουν τις καλύτερες εκπομπές στην τηλεόραση με μυθικές αμοιβές. Το αφώτιστο μυαλό του γινόταν σκοτεινότερο...

Πόσο φταίει αυτός;

Κερδισμένος ο… ΛΑΟΣ

…Αυτή η ιστορία είναι και λίγο στο από πού θέλει να την πιάσει κανείς:
Πολλοί, μετά τις πρόσφατες ευρωεκλογές (παρ)ερμηνεύουν την αποχή των ψηφοφόρων σαν απαξίωση, ή την αδιαφορία του κόσμου σαν στρατηγική του εθελημένης αποχής. Πολλοί τα έβαλαν με τους δημοσκόπους (που μπορεί και να «τα παίρνουν» αλλά πάμπολλες φορές κάνουν και διάνα..)
Ο υποφαινόμενος και θλίβεται αλλά και χαίρεται για το αποτέλεσμα…
Θλίβεται, γιατί ένας λαός έφτασε τόσο χαμηλά (αφέθηκε δηλαδή εδώ και χρόνια να τον κατεβάσουν τόσο…) ώστε να διατηρεί ακόμα φαιδρούς μονάρχες και γόνους οικογενειών χωρίς πραγματικούς τίτλους προσωπικής ιστορίας και αξίας, χωρίς μεγαλοσύνη και ηγετικές ικανότητες. Πάνω από το 70% ψήφισε οπισθοδρόμηση λοιπόν, μεσαίωνα, ανικανότητα και κούφιο νεποτισμό. Επιβράβευσε δηλαδή εν ψυχρώ την ολική διαφθορά και την προγραμματισμένη και συντελεσθείσα λεηλασία του τόπου από μια παρέα γόνων, ταλαντούχων μόνο σε ασύλληπτου μεγέθους ληστείες και… αφελείς συγκαλύψεις!
Χαίρεται όμως ο γράφων, γιατί, έστω και έτσι κουτσουρεμένα, ο νέος «μονάρχης» έφαγε ένα γερό χαστούκι! (Μονάρχης, αφού από το 1985 και μετά μετατρέπεται τεχνηέντως το σύνταγμά μας και ο εκάστοτε πρωθυπουργός απολαμβάνει προνόμια αυτοκράτορα ή μονάρχη!!!)
Όχι πολύ μεγάλο αλλά υπαρκτό πάντως, ήταν το κομμάτι του λαού που τίμησε τα αντανακλαστικά του, με το να δώσει ένα καλό μάθημα στον καλά ταμπουρωμένο πίσω από κόλπα και πολιτικά άλλοθι , κληρονομικό αλαζόνα.
Υποστηρίξαμε αυτό το πρόσωπο επί πενταετία, με άρθρα στον Τύπο, δεκάδες τηλεοπτικές εκπομπές (υπάρχει όλο το αρχείο) κ.α. Όχι κομματικά αλλά για να έρθει κάτι νέο μήπως και καθαρίσει ο τόπος. Μετά τις πρώτες και ενδεικτικές «εκατό ημέρες» εξουσίας του όμως, φάνηκε να προδίδεται άλλη μια φορά ο ρομαντισμός και οι ελπίδες. Έτσι, ως άτυποι σύμβουλοι αρχίσαμε μια σειρά από καλοπροαίρετες κριτικές παραινέσεις, ειδοποιήσεις, έγγραφα, συστάσεις, ερωτήματα, υποδείξεις, παράπονα, πικρίες κ.α.. Ματαίως.. Ακολούθησαν εκπομπές («Αντίλογος») με δυσοίωνες πλέον (δικαιωμένες πανηγυρικά σήμερα) προβλέψεις… Πάλι ματαίως. Η μόνη ανταπόκριση της χαλασμένης πια ως το μεδούλι αυτοκρατορικής νοοτροπίας nepote, ήταν να δοθεί σε ένα κανάλι ένα τρελό ποσόν, για να κλείσει μια φωνή διαμαρτυρίας που ενοχλούσε…(γράφεται και βιβλίο σχετικά…).
Αλλά ένα καθεστώς που ραϊζει συνεχώς, δεν «στοκάρεται» με τέτοια μέσα, και κανένας δοτός ή και διεφθαρμένος «ηγεμόνας» δεν σώθηκε ποτέ έτσι, όπως καλά ξέρουμε από την Ιστορία...
…Πρωτεύον βέβαια γι αυτούς ήταν να ξεχαστούν κάμποσα πράγματα και πάση θυσία, εκτός από την ευαίσθητη υπόθεση Άρη, και η μετέπειτα επιλογή Θοδωρή που έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι των ψιθύρων και των ερωτηματικών. Είχε προηγηθεί η υπόθεση Ζαχόπουλου από την οποία, παρά το τόσο βαρύ της κλίμα, όλοι που είχαν ένοχα αναμειχθεί, στο τέλος βγήκαν αθώοι, ευχαριστημένοι, ζάπλουτοι και… σιωπηλοί. «Με στόματα ερμητικά κλειστά»… Γιατί τόσο πολύ;;

Είναι να λυπάται κανείς πραγματικά, όταν μια μεγάλη, νοικοκυρεμένη, πολιτισμένη παράταξη χάνεται εξ αιτίας ενός,… -ανίκανο να τον πούμε; ακατάλληλο; πέστε εσείς κάτι… Όμως δεν φταίει μόνο αυτός. Φταίει και η παράταξη που αφηνόταν επί 5 χρόνια και τώρα αρχίζει να πληρώνει.
Ποιος της είπε ότι δεν άξιζε για μια καλύτερη ιστορία από αυτή που -σίγουρα- θα γραφτεί αύριο στις ανελέητες σελίδες της;…

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Για τον άνθρωπο :

Ο άνθρωπος προσπαθεί μέσα σ'ένα γενικό μπέρδεμα να καταλάβει μερικά πράγματα. Και θα είναι κατόρθωμα αν καταλάβει ότι η ζωή του για να είναι σωστή πρέπει να παιχθεί πάνω σε δυο βάσεις, ισόποσα: Στην ύλη και στο κορμί του, στο πνεύμα και στην ψυχή του.Αν (ξε)χάσει το ένα απο τα δυο τα έχασε όλα!

Αναζητώντας...

Αυτοί του δελτίου καιρού, ποτέ δεν μας είπαν ότι πρέπει συχνά, να πετάμε και πάνω από τα σύννεφα για να βρίσκουμε το φως… Τον μισό καιρό όμως. Τον άλλο μισό να περπατάμε στερεά κάτω από τα σύννεφα, στη γη. Ακόμα και αν βρέχει. Τότε μόνο αξίζει και είναι και ωραία..
Θά’θελα οι νέοι άνθρωποι να μεγαλώσουν λίγο περισσότερο και οι μεγάλοι να μικραίνουν κοντά τους. Τότε μόνο μπορούν να συναντηθούν και να αξίζει…Αντί να δώσουμε όμως αυτό που αξίζουμε στη ζωή μας, την δυσκολέψαμε ακόμη περισσότερο, και το μόνο που καταφέραμε να κάνουμε είναι να δώσουμε αξία σε αυτούς που θεωρούμε καθοδηγητές της κοινωνίας μας. Κερδίσαμε έτσι περισσότερη αγωνία και αμφιβολία και μας έζωσε απειλητικά το άγνωστο…
Ως προς τους πολιτικούς, μην τους "πυροβολείτε"... Αν επιτέλους τους αγνοήσετε, θα αυτοκτονήσουν ολομόναχοι… Με υπουργούς, πρωθυπουργούς και κόμματα, συνήθως διασκεδάζουνε ο Χρόνος κι η Ιστορία.
Και έτσι κάπως θα έρθει η στιγμή που όλοι αποφεύγουμε: Το να φοβόμαστε και να αμφιβάλλουμε αν υπάρχουμε. Το να φοβόμαστε να ζούμε, να γυρνάμε, να ξενυχτάμε. Γιατί οι γέροι δεν ξενυχτάνε. Όσο πιο πολύ πλησιάζουν την νύχτα της ζωής, τόσο περισσότερο αποφεύγουν την ζωή της νύχτας…
Η δύναμη λοιπόν και η αναζήτηση της ομορφιάς, πρέπει να παραμένει ακλόνητη. Υπάρχει η ποίηση της ζωής και η ποίηση της ποίησης. Τα προτείνω και τα δυο μαζί.
Με το ένα μόνο από αυτά, ή με κανένα, μην περιμένεις τα όσα θα ήθελες.Η δυστυχία και η ευτυχία υπάρχουν παντού μέσα σου και έξω σου και σου παρέχονται δωρεάν.. Από κει και πέρα, ευθύνεσαι για ό,τι διαλέγεις.

Τα βιολιά του Μαντοβάνι

Είχε φτάσει ο Οκτώβρης χωρίς να το καταλάβω. Τελευ­ταία φαίνεται ότι ο χρόνος τρελάθηκε. Η κίνηση άλλωστε εί­ναι μια ξεχωριστή σύμβαση πού το κάθε τι έχει μαζί του. Ή σχέση αυτή είναι πού κάνει τη γη να γυρίζει σε είκοσι τέσσε­ρις ώρες τη βόλτα της, τα αεριωθούμενα να τρυπάνε την στρατόσφαιρα με εφτακόσια χιλιόμετρα την ώρα και τον άνθρωπο να διανύει μέσα σε εξήντα χρόνια την αιωνιότητα.

Καθόμουνα σε μια ξεχασμένη γωνιά της εξοχικής γης με τα αποδημητικά χρώματα και χάζευα τις μουσμουλιές πού εί­χαν αρχίσει να ανθίζουν και μύριζαν μέλι.

Οι καλαμιές φουντωμένες λίγο πιο πέρα, έμοιαζαν με ανοιχτόχρωμες κυματιστές χαίτες άλογων πού είχανε σηκωθεί στα πισινά τους πόδια κι αντιπάλευαν το ελαφρό αεράκι.

Σε λίγο θα ανέβαινα στην πόλη πού ο ουρανός της θα ήταν βρώμικος σαν τα ντουβάρια, τα τζάμια πιο θαμπά από το βλέμμα των ανθρώπων, τα δέντρα κακομοίρικα σαν τα πουλιά και τα πουλιά θα έχουνε χαθεί...

Κοντά μου ή θάλασσα. «Ή θάλασσα πού ξεπλένει τις πλη­γές και τις κηλίδες του κόσμου» όπως είχε πει ο Ευριπίδης. Όταν βρεθείς δίπλα της, το κάθε τι χάνει τη σημασία του. Ώρες μένει ακίνητη κι' αστραφτερή και μόλις την εμπιστευτείς ξεσπάει σε μια σειρά ανεξήγητα κύματα, πού έρχονται κι' απλώνονται στην έκπληκτη αμμουδιά με ξαφνική μανία. Μετά πάλι ή γαλήνη του τίποτα των πραγμάτων που στόλι­σαν εφήμερα τον αιώνιο κόσμο.

Είχα βρεθεί σε μια όμορφη ακτή όπως και τόσες άλλες αποφασισμένος να περάσω εκεί μερικές ήρεμες μέρες.

Στη θάλασσα επικρατούν οι οριζόντιες γραμμές, όπως στην πόλη και στις ορεινές περιοχές επιβάλλονται οι κάθετες και οι τεθλασμένες. Οι παράλληλες κορφές των κυμάτων έγραφαν μακριές καμπύλες στην λεία και επίπεδη αμμουδιά και οι γλάροι ακολουθούσαν την ευθύγραμμη πορεία των καραβιών και των μικρών ψαράδικων.

Οι αραιοί κολυμβητές της εποχής αυτής, παραιτημένοι τέ­λεια στο ανεβοκατέβασμα της θάλασσας ή ξαπλωμένοι ακίνη­τοι στην απέραντη ακτή, μοιάζανε με μοναχικούς σταθμούς που θα θελαν να δώσουν ή να πάρουν κάποιο σήμα και περίμε­ναν να κάνει κάποιος πρώτος την αρχή... Τις τελευταίες εκεί­νες μέρες των διακοπών, φαίνονταν να χαίρονται απλά τον ήλιο πριν χαθεί και τα κοχύλια πριν τα ξαναπάρει ή θάλασ­σα...

Την έβλεπα να βγαίνει στάζοντας, από το κύμα και να πηγαίνει λίγο πιο πέρα από μένα για να ξαπλώσει στην πετσέ­τα της. Είχε μακριά και λεπτά πόδια, κατάξανθα μαλλιά, όμορφο πρόσωπο πού δεν φοβόταν τίποτα από το ανακάτεμα της θάλασσας. Την παρατηρούσα να κάθεται ώρες ατέλειωτες στον ήλιο χωρίς να τα καταφέρνει εντελώς να μαυρίσει, να στριφογυρίζει διαρκώς για ν' αλλάξει θέση, ν' αρχίζει το διά­βασμα κάποιου βιβλίου και ξανά να το παρατάει αποκαμωμένη από τον ήλιο και την αρμύρα. "Άλλο τόσο στριφογύριζα κι' εγώ αλλά για άλλο λόγο...

Είχα αποκηρύξει βέβαια ως ένα σημείο τις παλιές φιλίες αλλά όχι και τις νέες γνωριμίες. Ωστόσο δεν φαινόταν να με είχε προσέξει καθόλου αν και το ίδιο θα νόμιζε κι εκείνη για μένα αφού ο τρόπος πού την κοιτούσα ήτανε πάντα διακριτικός.

H κοπέλα δεν φαινόταν να 'ναι από τους τύπους πού θα μπορούσες εύκολα να τους πεις: "Κάπου σας ξέρω, δεσποινίς"! Φαινόταν απλή και συγκρατημένη. Κλεισμένη στον εαυτό της είτε από χαρακτήρα είτε από την αναγκαστική μοναξιά αυτών των ημερών στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο πού τέλειωνε τις διακοπές της. Έδειχνε να αποφεύγει την εξωτερίκευση κάθε κινητικότητας, Ίσως εξ αίτιας μιας πιθανής εσωτερικής απεραντοσύνης ή έτσι νόμιζα; Αν ή φυσιολογική της αναμονή για «κάτι» έτσι όπως ήτανε ολομόναχη σ' αυτό το ειδυλλιακό μέρος, ήταν φυσικό να σε καλεί να κάνεις το πρώτο βήμα, ή υποψία και μόνο της πεμπτουσίας της Ιέρειας που έκρυβε μέ­σα της και που ακτινοβολούσε, σε έκανε να ψάχνεις για ένα άλλο πιο ταιριαστό σ' αυτήν τρόπο προ­σέγγισης. Την έβλεπα σαν ένα πλάσμα όμορφα εξωπραγματικό, σαν κάτι που ξέκοψε από το ίδιο το τοπίο της θάλασσας του ήλιου και της αμμουδιάς. Τα μάτια της ήτανε μπλε, τα μαλλιά της φώτιζαν χρυσά και το δέρμα της είχε το χρώμα της άμμου. 'Ίσως ήταν αυτό που μου 'δινε μια παράξενη ταραχή κάθε φορά που την κοίταζα κλεφτά ή όταν σκεφτόμουνα ότι θα μπορούσα να την πλησιάσω και να της πω κάτι. Πώς να της μιλήσει όμως κανείς χωρίς τους γρύλους του σούρουπου και χωρίς τα βιολιά του Μαντοβάνι;

Μου ερχόταν ή διάθεση να της γράψω ένα ποίημα ή ένα μικρό λιμπρέτο. Της άξιζε κάθε πρωί κάτω από την πετσέτα της να βρίσκει και από ένα γράμμα. Να τα μαζεύει και να μην ξέρει από ποιόν είναι. Να κοιτάζει γύρω της ερωτηματικά ή καχύποπτα τον καθένα και εγώ να κάνω τον αδιάφορο και τον μυστηριώδη. Ή να τα βάζω κάτω από ένα μεγάλο βότσαλο για να μην τα παίρνει ο αέρας του πελάγους που κάθε τόσο σηκώνει κι από ένα μικρό συννεφάκι άμμου για να χορέψουνε μαζί.«Κάτω από μια πέτρα μια καρδιά». Και κείνη να τα διαβάζει όλα με μια κρυφή αφοσίωση και εξωτερικά να μένει ανέκφραστη περιμένοντας κάτι που θα έρθει όπως περίμενα κι εγώ όπως περιμένουμε όλοι μας... Να μην απαντάει ποτέ σ' αυτά τα γράμματα σαν σε κείνο το μυθιστόρημα της Ματίλντα Σεράο και ξαφνικά να μη της ξανα­γράψω για να την δω με αγωνία να ψάχνει κάτω από την πετσέτα της και πίσω από τα λιθάρια, ήρεμη για να μη φανεί η αγωνία της ή λυπημένη να κοιτάζει γύρω της. Και τότε να πάω κοντά της και να της το δώσω ο ίδιος. Να γελάσουμε και οι δύο και να γίνουμε φίλοι.

Να κάνουμε ατέλειωτους περίπα­τους στην ίδια αυτή ακτή πού βρήκαμε ο ένας τον άλλον. Στην αρχή μόνο τα βράδια, ύστερα και τα πρωινά που είναι τόσο παράξενα αυτή την εποχή και μετά να 'μαστε όλη την ήμερα και την νύχτα μαζί... Να μπορέσω να ζήσω επί τέλους αυτό πού είχε πει ο Θεόφιλος Γκωτιέ: «Μια ονειρεμένη μορ­φή, σε μέρες σκέψεις...»

Στο βάθος ήξερα ότι όλα αυτά πού σκεφτόμουνα ήτανε πάλι λάθος. Η ίδια ή ζωή έχει δώσει άλλες συντεταγμένες για τις προσεγγίσεις των ανθρώπων και έχει κάνει αναγκαίο έναν άλλο τρόπο έστω και αν αυτός ο τρόπος σε σχέση με αυτά πού σκεφτόμουνα εγώ έμοιαζε απαράδεχτα χυδαίος. Ωστόσο κάτι με ειδοποιούσε ότι αφηνόμουνα σε μια εικόνα που μου πήγαι­νε αυτή την εποχή και μου άρεσε, ακριβώς γιατί ήταν υπερβα­τική και επικίνδυνη. Άλλωστε κανένας δεν ορίζει απόλυτα το ρόλο του. Ή ονειρική μου διάθεση δεν διέφερε στο κάτω κάτω παρά μόνο στην ποιότητα του ονείρου ή στο είδος της τρέλας. Αν ή περιοχή μου ήταν μακριά από την πραγματικότητα, άλ­λο τόσο ήταν προστατευμένη απ’ αυτήν. Αυτός που δεν ελπί­ζει ποτέ δεν απελπίζεται και ο θεατής του ονείρου του είναι ένας ευτυχισμένος άν­θρωπος αρκεί να μην κοιτάξει δίπλα του ή να μην ξανάρθει στην πραγματικότητα ποτέ.

Δυό νέοι είχαν έρθει πριν από λίγο και ξάπλωσαν στην αμμουδιά, ανάμεσα σε μένα και σε εκείνη. Είχαν σταματήσει παράμερα με ένα φορτηγάκι που μετέφερε υλικά οικοδομών, χωρίς να τους προσέξει κανείς. Είχαν αφήσει κάπου εκεί τα ρούχα τους και είχαν πλησιάσει με τα μαγιό...
—Λοιπόν θα ορμήσω εγώ πώτοςκαι εσύ από κοντά είπε ο ένας συνωμοτικά στον άλλο.
—Γιατί να ορμήσεις εσύ, για να μείνω εγώ μπουκάλα;
—Όχι αλλά αν δε γίνει τίποτα με μένα, να μπεις εσύ στο κόλ­πο. Στο τέλος θα την πάρουμε και οι δύο, θα δεις...
—Πώς θα την πάρουμε και οι δύο;
—Μόνη της δεν είναι; Έ λοιπόν ψοφάει για παρέα, φιλοσοφία θέλει; Είναι και ξένη...Θα της πω να την πάμε βόλτα με το σκάφος...
—Ποιο σκάφος δε;
—Κουτός είσαι; Το σκάφος του ξενοδόχου. Του το βάφω κάθε χρόνο και μ' αφήνει... Θα ανοιχτούμε στα βαθιά και θα γίνει ωραία πλάκα. Λοιπόν πάμε; Πάρε ύφος «μαρκήσιου».

Δεν ήθελα να παρακολουθήσω τη συνέχεια. Μία κατα­στροφή με πρωτόγονη δύναμη ήρθε άλλη μια φορά να κομμα­τιάσει την εικόνα...Έτρεξαν και ξάπλωσαν δίπλα της, σα κάμπιες που πλησιά­ζουν με το αλάθητο ένστικτο τους μια αγράμπελη. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και τους κοίταξε ξαφνιασμένη. Μίλησε ο πρώτος:
—Υου live in the hotel; (Μένεις στο ξενοδοχείο;)
—Υes (Ναι) απάντησε εκείνη ευγενικά.
—Υου come with us; (έρχεσαι μαζί μας) συνέχισε και μη ξέ­ροντας να πει «με το σκάφος» έκανε με τα χέρια του την κίνη­ση των κουπιών. Εκείνη δίστασε λίγο ακόμα.
—come... της ξαναείπε. Η κοπέλα χαμογέλασε.
—Ι will (Θα έρθω) είπε και φάνηκε πια καθαρά ότι άρχισε να δέχεται την απρόβλεπτη αυτή συντροφιά σ' αντάλλαγμα μονοτονίας και μοναξιάς που τόσο την εποχή αυτή παντού κυριαρχούσαν.
—Come... της ξαναείπε ο νεαρός και την τράβηξε από το χέρι για να την βοηθήσει να σηκωθεί. Την πήγανε μέχρι το σκάφος και την έσπρωξαν μαλακά για να μπει μέσα ενώ λύσανε τα σκοινιά από το ρεμέτζο.Το ταχύπλοο πήρε μπρος με μια κίνηση. Κάτι είπαν ακό­μα για να σπάσει ο πάγος. Εκείνη γέλασε. Σε λίγο ανάπτυξαν ταχύτητα και χάθηκαν στο βάθος της θάλασσας αφήνοντας πί­σω τους την αστραφτερή λάμψη του ήλιου πάνω στα μαλλιά της και μια φαρδιά άσπρη λουρίδα οργισμένου νερού.

Περιοχή ονείρου ή ζωή. Το ζωγραφίζουμε στη ζεστή μαλακιά άμμο κι' υστέρα έρχεται ξαφνικά ένα κύμα και το σβήνει μπροστά στον αδιάφορο και πάντα χαμογελαστό ήλιο...Κι έτσι τη νύχτα εκείνη, πάλι σώπασαν οι γρύλοι και δεν ακούστηκαν ξανά τα βιολιά του Μαντοβάνι.