Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Τα βιολιά του Μαντοβάνι

Είχε φτάσει ο Οκτώβρης χωρίς να το καταλάβω. Τελευ­ταία φαίνεται ότι ο χρόνος τρελάθηκε. Η κίνηση άλλωστε εί­ναι μια ξεχωριστή σύμβαση πού το κάθε τι έχει μαζί του. Ή σχέση αυτή είναι πού κάνει τη γη να γυρίζει σε είκοσι τέσσε­ρις ώρες τη βόλτα της, τα αεριωθούμενα να τρυπάνε την στρατόσφαιρα με εφτακόσια χιλιόμετρα την ώρα και τον άνθρωπο να διανύει μέσα σε εξήντα χρόνια την αιωνιότητα.

Καθόμουνα σε μια ξεχασμένη γωνιά της εξοχικής γης με τα αποδημητικά χρώματα και χάζευα τις μουσμουλιές πού εί­χαν αρχίσει να ανθίζουν και μύριζαν μέλι.

Οι καλαμιές φουντωμένες λίγο πιο πέρα, έμοιαζαν με ανοιχτόχρωμες κυματιστές χαίτες άλογων πού είχανε σηκωθεί στα πισινά τους πόδια κι αντιπάλευαν το ελαφρό αεράκι.

Σε λίγο θα ανέβαινα στην πόλη πού ο ουρανός της θα ήταν βρώμικος σαν τα ντουβάρια, τα τζάμια πιο θαμπά από το βλέμμα των ανθρώπων, τα δέντρα κακομοίρικα σαν τα πουλιά και τα πουλιά θα έχουνε χαθεί...

Κοντά μου ή θάλασσα. «Ή θάλασσα πού ξεπλένει τις πλη­γές και τις κηλίδες του κόσμου» όπως είχε πει ο Ευριπίδης. Όταν βρεθείς δίπλα της, το κάθε τι χάνει τη σημασία του. Ώρες μένει ακίνητη κι' αστραφτερή και μόλις την εμπιστευτείς ξεσπάει σε μια σειρά ανεξήγητα κύματα, πού έρχονται κι' απλώνονται στην έκπληκτη αμμουδιά με ξαφνική μανία. Μετά πάλι ή γαλήνη του τίποτα των πραγμάτων που στόλι­σαν εφήμερα τον αιώνιο κόσμο.

Είχα βρεθεί σε μια όμορφη ακτή όπως και τόσες άλλες αποφασισμένος να περάσω εκεί μερικές ήρεμες μέρες.

Στη θάλασσα επικρατούν οι οριζόντιες γραμμές, όπως στην πόλη και στις ορεινές περιοχές επιβάλλονται οι κάθετες και οι τεθλασμένες. Οι παράλληλες κορφές των κυμάτων έγραφαν μακριές καμπύλες στην λεία και επίπεδη αμμουδιά και οι γλάροι ακολουθούσαν την ευθύγραμμη πορεία των καραβιών και των μικρών ψαράδικων.

Οι αραιοί κολυμβητές της εποχής αυτής, παραιτημένοι τέ­λεια στο ανεβοκατέβασμα της θάλασσας ή ξαπλωμένοι ακίνη­τοι στην απέραντη ακτή, μοιάζανε με μοναχικούς σταθμούς που θα θελαν να δώσουν ή να πάρουν κάποιο σήμα και περίμε­ναν να κάνει κάποιος πρώτος την αρχή... Τις τελευταίες εκεί­νες μέρες των διακοπών, φαίνονταν να χαίρονται απλά τον ήλιο πριν χαθεί και τα κοχύλια πριν τα ξαναπάρει ή θάλασ­σα...

Την έβλεπα να βγαίνει στάζοντας, από το κύμα και να πηγαίνει λίγο πιο πέρα από μένα για να ξαπλώσει στην πετσέ­τα της. Είχε μακριά και λεπτά πόδια, κατάξανθα μαλλιά, όμορφο πρόσωπο πού δεν φοβόταν τίποτα από το ανακάτεμα της θάλασσας. Την παρατηρούσα να κάθεται ώρες ατέλειωτες στον ήλιο χωρίς να τα καταφέρνει εντελώς να μαυρίσει, να στριφογυρίζει διαρκώς για ν' αλλάξει θέση, ν' αρχίζει το διά­βασμα κάποιου βιβλίου και ξανά να το παρατάει αποκαμωμένη από τον ήλιο και την αρμύρα. "Άλλο τόσο στριφογύριζα κι' εγώ αλλά για άλλο λόγο...

Είχα αποκηρύξει βέβαια ως ένα σημείο τις παλιές φιλίες αλλά όχι και τις νέες γνωριμίες. Ωστόσο δεν φαινόταν να με είχε προσέξει καθόλου αν και το ίδιο θα νόμιζε κι εκείνη για μένα αφού ο τρόπος πού την κοιτούσα ήτανε πάντα διακριτικός.

H κοπέλα δεν φαινόταν να 'ναι από τους τύπους πού θα μπορούσες εύκολα να τους πεις: "Κάπου σας ξέρω, δεσποινίς"! Φαινόταν απλή και συγκρατημένη. Κλεισμένη στον εαυτό της είτε από χαρακτήρα είτε από την αναγκαστική μοναξιά αυτών των ημερών στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο πού τέλειωνε τις διακοπές της. Έδειχνε να αποφεύγει την εξωτερίκευση κάθε κινητικότητας, Ίσως εξ αίτιας μιας πιθανής εσωτερικής απεραντοσύνης ή έτσι νόμιζα; Αν ή φυσιολογική της αναμονή για «κάτι» έτσι όπως ήτανε ολομόναχη σ' αυτό το ειδυλλιακό μέρος, ήταν φυσικό να σε καλεί να κάνεις το πρώτο βήμα, ή υποψία και μόνο της πεμπτουσίας της Ιέρειας που έκρυβε μέ­σα της και που ακτινοβολούσε, σε έκανε να ψάχνεις για ένα άλλο πιο ταιριαστό σ' αυτήν τρόπο προ­σέγγισης. Την έβλεπα σαν ένα πλάσμα όμορφα εξωπραγματικό, σαν κάτι που ξέκοψε από το ίδιο το τοπίο της θάλασσας του ήλιου και της αμμουδιάς. Τα μάτια της ήτανε μπλε, τα μαλλιά της φώτιζαν χρυσά και το δέρμα της είχε το χρώμα της άμμου. 'Ίσως ήταν αυτό που μου 'δινε μια παράξενη ταραχή κάθε φορά που την κοίταζα κλεφτά ή όταν σκεφτόμουνα ότι θα μπορούσα να την πλησιάσω και να της πω κάτι. Πώς να της μιλήσει όμως κανείς χωρίς τους γρύλους του σούρουπου και χωρίς τα βιολιά του Μαντοβάνι;

Μου ερχόταν ή διάθεση να της γράψω ένα ποίημα ή ένα μικρό λιμπρέτο. Της άξιζε κάθε πρωί κάτω από την πετσέτα της να βρίσκει και από ένα γράμμα. Να τα μαζεύει και να μην ξέρει από ποιόν είναι. Να κοιτάζει γύρω της ερωτηματικά ή καχύποπτα τον καθένα και εγώ να κάνω τον αδιάφορο και τον μυστηριώδη. Ή να τα βάζω κάτω από ένα μεγάλο βότσαλο για να μην τα παίρνει ο αέρας του πελάγους που κάθε τόσο σηκώνει κι από ένα μικρό συννεφάκι άμμου για να χορέψουνε μαζί.«Κάτω από μια πέτρα μια καρδιά». Και κείνη να τα διαβάζει όλα με μια κρυφή αφοσίωση και εξωτερικά να μένει ανέκφραστη περιμένοντας κάτι που θα έρθει όπως περίμενα κι εγώ όπως περιμένουμε όλοι μας... Να μην απαντάει ποτέ σ' αυτά τα γράμματα σαν σε κείνο το μυθιστόρημα της Ματίλντα Σεράο και ξαφνικά να μη της ξανα­γράψω για να την δω με αγωνία να ψάχνει κάτω από την πετσέτα της και πίσω από τα λιθάρια, ήρεμη για να μη φανεί η αγωνία της ή λυπημένη να κοιτάζει γύρω της. Και τότε να πάω κοντά της και να της το δώσω ο ίδιος. Να γελάσουμε και οι δύο και να γίνουμε φίλοι.

Να κάνουμε ατέλειωτους περίπα­τους στην ίδια αυτή ακτή πού βρήκαμε ο ένας τον άλλον. Στην αρχή μόνο τα βράδια, ύστερα και τα πρωινά που είναι τόσο παράξενα αυτή την εποχή και μετά να 'μαστε όλη την ήμερα και την νύχτα μαζί... Να μπορέσω να ζήσω επί τέλους αυτό πού είχε πει ο Θεόφιλος Γκωτιέ: «Μια ονειρεμένη μορ­φή, σε μέρες σκέψεις...»

Στο βάθος ήξερα ότι όλα αυτά πού σκεφτόμουνα ήτανε πάλι λάθος. Η ίδια ή ζωή έχει δώσει άλλες συντεταγμένες για τις προσεγγίσεις των ανθρώπων και έχει κάνει αναγκαίο έναν άλλο τρόπο έστω και αν αυτός ο τρόπος σε σχέση με αυτά πού σκεφτόμουνα εγώ έμοιαζε απαράδεχτα χυδαίος. Ωστόσο κάτι με ειδοποιούσε ότι αφηνόμουνα σε μια εικόνα που μου πήγαι­νε αυτή την εποχή και μου άρεσε, ακριβώς γιατί ήταν υπερβα­τική και επικίνδυνη. Άλλωστε κανένας δεν ορίζει απόλυτα το ρόλο του. Ή ονειρική μου διάθεση δεν διέφερε στο κάτω κάτω παρά μόνο στην ποιότητα του ονείρου ή στο είδος της τρέλας. Αν ή περιοχή μου ήταν μακριά από την πραγματικότητα, άλ­λο τόσο ήταν προστατευμένη απ’ αυτήν. Αυτός που δεν ελπί­ζει ποτέ δεν απελπίζεται και ο θεατής του ονείρου του είναι ένας ευτυχισμένος άν­θρωπος αρκεί να μην κοιτάξει δίπλα του ή να μην ξανάρθει στην πραγματικότητα ποτέ.

Δυό νέοι είχαν έρθει πριν από λίγο και ξάπλωσαν στην αμμουδιά, ανάμεσα σε μένα και σε εκείνη. Είχαν σταματήσει παράμερα με ένα φορτηγάκι που μετέφερε υλικά οικοδομών, χωρίς να τους προσέξει κανείς. Είχαν αφήσει κάπου εκεί τα ρούχα τους και είχαν πλησιάσει με τα μαγιό...
—Λοιπόν θα ορμήσω εγώ πώτοςκαι εσύ από κοντά είπε ο ένας συνωμοτικά στον άλλο.
—Γιατί να ορμήσεις εσύ, για να μείνω εγώ μπουκάλα;
—Όχι αλλά αν δε γίνει τίποτα με μένα, να μπεις εσύ στο κόλ­πο. Στο τέλος θα την πάρουμε και οι δύο, θα δεις...
—Πώς θα την πάρουμε και οι δύο;
—Μόνη της δεν είναι; Έ λοιπόν ψοφάει για παρέα, φιλοσοφία θέλει; Είναι και ξένη...Θα της πω να την πάμε βόλτα με το σκάφος...
—Ποιο σκάφος δε;
—Κουτός είσαι; Το σκάφος του ξενοδόχου. Του το βάφω κάθε χρόνο και μ' αφήνει... Θα ανοιχτούμε στα βαθιά και θα γίνει ωραία πλάκα. Λοιπόν πάμε; Πάρε ύφος «μαρκήσιου».

Δεν ήθελα να παρακολουθήσω τη συνέχεια. Μία κατα­στροφή με πρωτόγονη δύναμη ήρθε άλλη μια φορά να κομμα­τιάσει την εικόνα...Έτρεξαν και ξάπλωσαν δίπλα της, σα κάμπιες που πλησιά­ζουν με το αλάθητο ένστικτο τους μια αγράμπελη. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και τους κοίταξε ξαφνιασμένη. Μίλησε ο πρώτος:
—Υου live in the hotel; (Μένεις στο ξενοδοχείο;)
—Υes (Ναι) απάντησε εκείνη ευγενικά.
—Υου come with us; (έρχεσαι μαζί μας) συνέχισε και μη ξέ­ροντας να πει «με το σκάφος» έκανε με τα χέρια του την κίνη­ση των κουπιών. Εκείνη δίστασε λίγο ακόμα.
—come... της ξαναείπε. Η κοπέλα χαμογέλασε.
—Ι will (Θα έρθω) είπε και φάνηκε πια καθαρά ότι άρχισε να δέχεται την απρόβλεπτη αυτή συντροφιά σ' αντάλλαγμα μονοτονίας και μοναξιάς που τόσο την εποχή αυτή παντού κυριαρχούσαν.
—Come... της ξαναείπε ο νεαρός και την τράβηξε από το χέρι για να την βοηθήσει να σηκωθεί. Την πήγανε μέχρι το σκάφος και την έσπρωξαν μαλακά για να μπει μέσα ενώ λύσανε τα σκοινιά από το ρεμέτζο.Το ταχύπλοο πήρε μπρος με μια κίνηση. Κάτι είπαν ακό­μα για να σπάσει ο πάγος. Εκείνη γέλασε. Σε λίγο ανάπτυξαν ταχύτητα και χάθηκαν στο βάθος της θάλασσας αφήνοντας πί­σω τους την αστραφτερή λάμψη του ήλιου πάνω στα μαλλιά της και μια φαρδιά άσπρη λουρίδα οργισμένου νερού.

Περιοχή ονείρου ή ζωή. Το ζωγραφίζουμε στη ζεστή μαλακιά άμμο κι' υστέρα έρχεται ξαφνικά ένα κύμα και το σβήνει μπροστά στον αδιάφορο και πάντα χαμογελαστό ήλιο...Κι έτσι τη νύχτα εκείνη, πάλι σώπασαν οι γρύλοι και δεν ακούστηκαν ξανά τα βιολιά του Μαντοβάνι.

1 σχόλιο:

  1. Τι χρώμα έχει η πρωινή μουσική; Τι ήχο έχει το δικό σου κόκκινο; Πόσες λέξεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή