Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Θάλασσα βαθιά…

Η γη καίει, ο ουρανός είναι άσπρος κι η θάλασσα αστραφτερή. Τα βουνά σα μισοσβησμένες μολυβιές κλείνουν γύρω κι εμείς μέσα απ' αυτά ή έξω, δεν ξέρουμε, γιατί δεν διανύσαμε την απόσταση.
Η θάλασσα έρχεται, όλο έρχεται σα να μας φέρνει μαντάτα για κάποιο ναυάγιο, σα να μας φέρνει συντρίμμια να τα φιλοξενήσουμε στα δικά μας συντρίμμια. Φέρνει νεκρά κοχύλια που ονειρεύονται τους βυθούς και πεθαμένους αστερίες πού 'ναι σα μικροί σταυροί.
Φέρνει λίγη απ' την ανταρσία του πελάγους και κουρελιασμένα φύκια που τα αραδιάζει στην αμμουδιά για να στεγνώσουν στα πόδια μας. Και οι άνθρωποι όλο φεύγουν. Γιατί φεύγουν, αφού είναι αιχμάλωτοι αυτής της μικρής αμμουδιάς; εκεί που ενταφιάστηκε ένα μικρό μπλε λουλουδάκι που ναυάγησε στα δικά τους χέρια;
Φεύγουν για να χαθούν ένα χειμωνιάτικο πρωί ή μια ζεστή κι ήρεμη νύχτα με φεγγάρι, πειστική, γεμάτη επιχειρήματα για το δικό τους ναυάγιο! Η αμμουδιά είναι γεμάτη σφουγγάρια, φελλούς φύκια, πρώην φυτά, γεμάτη κοχύλια, αχιβάδες, αστερίες, γεμάτη νέους και νέες που τρα¬γουδάνε.
Αλήθεια γιατί τραγουδάνε οι άνθρωποι;
Κι η θάλασσα όλο έρχεται, όλο έρχεται. Έρχεται σε δυσανάλογες παράλ¬ληλες γραμμές, δυσανάλογες όπως τα αισθήματα, και φέρνει το σχήμα των απέναντι βουνών, τη βουή των μακρινών πολιτειών, το σφύριγμα των μοναχικών πλοίων που φεύγουν τη νύχτα με σβηστά φώτα, των έρημων καραβιών που ταξιδεύουν χωρίς πανιά, των μικρών καϊκιών που τρέχουν χωρίς επιβάτη, χωρίς καπετάνιο, χωρίς πυξίδα, χωρίς προορισμό,.. Φέρνουν τον ψίθυρο αυτών που έφυγαν κι άφησαν το έργο τους μισοτε¬λειωμένο και χάλασε, τη λάσπη τους μισόφτιαγμένη και πέτρωσε, την αγάπη τους μόνη και πέθανε κι ενταφιάστηκε χωρίς λουλούδια και τώρα ψάχνουν και δεν την βρίσκουν κι όλο αρμενίζουν. Και στέλνουν μάταια μηνύματα που η θάλασσα όλο έρχεται και μας τα φέρνει. Μας φέρνει την πίκρα της γεύσης τους και τα κομμάτια απ' τα σκισμένα όνειρα τους που απότυχαν! Φέρνει μηνύματα από σβησμένους φάρους που κάποτε περήφανα θα φώτιζαν και το δικό μας πλοίο και μαντάτα από χώρες που δεν πήγαμε και δεν ονειρευτήκαμε ποτέ. Από αγαπημένα πρόσωπα που ποτέ δεν γνωρίσαμε...
Μας φέρνει φαντάσματα και αναμνήσεις νεκρών και κόκκαλα πεθαμένων με την τελευταία λέξη -που δεν τόλμησαν- ακόμα σφηνωμένη ανάμεσα στα δόντια, με την αγάπη τους -ακόμα ποδοπατημένη- κάτω από το πέλμα. Τέλειοι μέσα στο σκοτάδι της επιδίωξής τους. Μας φέρνει μουσικές απαγορευμένες και ήχους και υποσχέσεις ψεύτι-κες που περιμένουν να δικαιωθούν μια μέρα.
Κι η θάλασσα όλο έρχεται, έρχεται σε άνισες παράλληλες γραμμές -άνισες όπως η αγάπη- που διασταυρώνονται με τις άσπρες γραμμές των γλάρων που πετάνε.
Καμιά φορά η θάλασσα αποχωρεί.
Αποχωρεί σαν κουρασμένη ερωμένη, σα νικημένος στασιαστής που αποκρούστηκε και φεύγει αφού απόθεσε την άμμο ένα γύρω. Την άμμο! Τέφρα της μετανοίας της. Τέφρα όλων όσα χάσαμε σήμερα,..
Ή θάλασσα αποχωρεί μα εγώ δε φεύγω.
Θα περιμένω το δικό μου γλάρο που γράφει τις γραμμές μου στον αέρα, Ο γλάρος μου είναι ψηλά πολύ ψηλά και από κει ανοίγει τα φτερά του κι έρχεται κι όπου περνάει κι όπου πατάει, τα πόδια του αφήνουνε σημάδια τους δύο αστέρια!